αἱρέσια

αἱρέσια, τά, prob.
A dues paid on discharge of cargoes, IG11(2).203 A30 (Delos, iii B. C.), al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ναυαγιαίρεση — η 1. (νομ.) η θαλάσσια αρωγή 2. ναυτ. η εργασία ανέλκυσης πλοίου από τον βυθό τής θάλασσας ή λίμνης στην επιφάνειά της. [ΕΤΥΜΟΛ. < ναυάγιο + αἵρεση (< αἱρῶ «κυριεύω») αντί τού ορθότερου σημασιολογικά τ. ναυγί αρση (< αἴρω «συλλέγω»). Πιθ …   Dictionary of Greek

  • τιμαιρεσίαι — αἱ, Α η εκλογή τών αρχόντων. [ΕΤΥΜΟΛ. < τιμή + αιρεσία (< αἱρετός < αἱροῦμαι «εκλέγω»), πρβλ. ἀρχ αιρεσίαι] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.